Ανερέθιστη περίοδος

Μερικοί άνθρωποι , όταν συμβεί κάτι που τους πληγώνει, δεν το κοιτάνε απευθείας κατάματα, παρά το βάζουν στο πίσω μέρος του μυαλού τους και κάνουν ό,τι δεν συνέβη.
Λένε δεν πειράζει, δεν με πόνεσε.
Λένε σιγά τ'αυγά, δεν είναι δα και τόσο σημαντικό.
Λένε δεν πονάω τόσο εύκολα εγώ, δεν είμαι τόσο ευαίσθητος.
Λένε, περσινά ξινά σταφύλια.
Μαζεύουν τις πληγές μία προς μία, τις αποδυναμώνουν , τις ονομάζουν μη σημαντικές, τις βαφτίζουν αστείες, τις τοποθετούν στα υπόγεια και προσπαθούν να πείσουν τον εαυτό τους ότι τίποτα δεν τους αγγίζει αυτούς.
Μα αυτές, εκεί που είναι μαζεμένες όλες στο υπόγειο, ενώνονται και φτιάχνουν μία μεγάλη που είναι πιο δυνατή και πιο βαριά.
Κι αυτή ,περιμένει υπομονετικά στο υπόγειο εκείνο το ερέθισμα που θα ξεχειλίσει το ποτήρι.
Μία μία μαζεύονται οι σταγόνες στο ποτήρι, αργά και σιωπηλά, δίνοντας την ψευδαίσθηση πως ο χρόνος που χρειάζεται για να ξεχειλίσει είναι απεριόριστος.
Μα τα περιθώρια στενεύουν κι η ψυχή διαμαρτύρεται και θέλει ν'αδειάσει.
Άλλοτε το νερό βγαίνει με τη μορφή του, βουβά.
Άλλοτε γίνεται ήχος και κάνει σαματά.
Άλλοτε γίνεται δύναμη και φτιάχνει λέξεις.
Άλλοτε δεν βρίσκει έξοδο και μένει μέσα και πνίγει τον αφέντη.

Έτσι καταλαβαίνουν πως αυτό που τόσο καιρό έκαναν πως δεν υπάρχει, είναι
εκεί.
Είναι σημαντικό, είναι μεγάλο, είναι έντονο και πονάει.
Όσο κάνουν ότι δεν υπάρχει, τόσο αυτό δυναμώνει.
Είναι κομμάτι του εαυτού τους και οφείλουν να το αποδεχτούν.
Πώς να ξεφύγουν από κάτι που είναι μέσα τους άλλωστε.